Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Ελληνική οικογένεια: όταν η ανάγκη βαφτίζεται αγάπη

Μια πολύ ενδιαφέρουσα "κουβέντα", που θα προκαλέσει ωστόσο κάποιες αντιδράσεις...

Ο Τρύφωνας Ζαχαριάδης, ψυχαναλυτικός θεραπευτής, απαντά στην ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια Κατερίνα Μαγγανά σε συνέντευξη του περιοδικού Αρμονία (11/2010)


Ο θεσμός της οικογένειας, κρατά τα σκήπτρα. Είναι ο σημαντικότερος θεσμός του ανθρώπου και γιατί;

Τρύφων Ζαχαριάδης: Ο βιολογικός ορισμός της οικογένειας δεν ανταποκρίνεται στην ευρύτερη  διάστασή του, ούτε κοινωνιολογικά ούτε απόλυτα ψυχολογικά. Συχνά, άτομα χωρίς σχέσεις αίματος μπορούν να αποτελέσουν μία οικογένεια. Η λειτουργία της οικογένειας υπάρχει από τη στιγμή που δημιουργούνται δεσμοί στις σχέσεις των μελών της. Πράγματι, ο θεσμός διατήρησε τα πρωτεία του ισχυρά. Διατηρήθηκε, γιατί είναι ανθρώπινη ανάγκη να ανήκουμε κάπου και να προσδοκούμε αυτό το «κάπου» να μας προσδώσει ασφάλεια, στήριξη, κατανόηση και αποδοχή.

Τι νόημα αποδίδετε στην έννοια της «δεμένης» ελληνικής οικογένειας; Μπορεί να «δέσει» το μέλλον των παιδιών της;

Τρύφων Ζαχαριάδης: Είναι αλήθεια πως στον τόπο μας η δομή της «καλής» οικογένειας κρατά ιδιαιτερότητες, που έχουν σχεδόν πάντα σχέση με τις ανάγκες των γονιών. Διατηρούν τρόπους εκπαίδευσης και συμπεριφοράς που ευνουχίζουν την συναισθηματική ωριμότητα των παιδιών.  Μέσα στο πλαίσιο της υπερβολικής προστασίας και προσφοράς, αρνούνται να τα αφήσουν να εξελιχθούν και να αναλάβουν τον εαυτό τους , δεν τους επιτρέπουν να αυτονομηθούν.

Η υπενθύμιση: «Είμαστε πολύ δεμένη οικογένεια» κρύβει την διευκρίνιση-απειλή: «Κανένας από αυτή την οικογένεια δεν είναι έτοιμος (ώριμος) να αποχωριστεί κανέναν». Όσο πιο αδύναμα καθιστούν τα «μικρά» μέλη της οικογένειας, τόσο πιο «δεμένη» και «καλή», την αντιλαμβάνονται. 

Στατιστικά, οι «δεμένες» οικογένειες «δένονται» κυρίως από τις ανάγκες της μητέρας, που φυσικά δεν καλύπτονται από την συναισθηματική οντότητα του πατέρα-συζύγου. Η χειραφέτηση του παιδιού θυσιάζεται στο βωμό των γονεϊκών αναγκών. Δεν θέλουν, δηλαδή, να εγκαταλειφθούν από το παιδί, επειδή το επιλέγουν ως συναισθηματικό σύντροφο. Την ανάγκη τους, την βαφτίζουν αγάπη: «Μας λατρεύει και δεν θέλει να φύγει από κοντά μας»! Πιστέψτε με, όταν τα παιδιά «επιλέγουν για φίλους» τους γονείς, δεν αποκτούν εύκολα εραστές!

Ποιες άλλες παράμετροι ενισχύουν αυτό το φαινόμενο και «δικαιολογούν» τη συγκεκριμένη συμπεριφορά των Ελλήνων γονιών;

Τρύφων Ζαχαριάδης: Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι εκτός από την ψυχοπαθολογία των ανθρώπων που δημιουργούν μια οικογένεια τέτοιου είδους, υπάρχει σχέση και με τις δύσκολες εποχές που βίωσε ο ελληνισμός τους τελευταίους αιώνες (τουρκοκρατία, Α’ και Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εμφύλιος). Το υλικό αυτό ψυχολογικά μεταφράζεται από κοινωνική σε ατομική ανασφάλεια, φόβο και συναισθηματική ευαλωτότητα. 

Επομένως, υπήρξε βαθιά επιθυμία στην ελληνική κοινωνία να οριοθετήσει με υπερβολή έναν οικείο εσωτερικό χώρο, που θα κάλυπτε ότι δεν της πρόσφερε το εξωτερικό περιβάλλον.  Με βάση αυτά τα δεδομένα, αναπτύχθηκε σταδιακά μια μορφή δεσμού που λειτούργησε στο πλαίσιο μιας ψυχοπαθολογίας.

Ένας ικανός αριθμός ελληνικών οικογενειών κλείνει ασφυκτικά τον περίγυρό της, αντιμετωπίζει τους εκτός εστίας καχύποπτα και προκαλεί μια νοσηρή συνοχή στα μέλη της. Τα παιδιά συμβιώνουν με τους γονείς, κυριολεκτικά ή συναισθηματικά, μέχρι ιδιαίτερα μεγάλες ηλικίες. Ακόμα κι όταν αποκτούν σύζυγο, σχεδόν ποτέ δεν αποεπενδύουν από την πρώτη οικογένεια, ώστε να επενδύσουν συναισθηματικά στην καινούργια.

Γιατί, αφού θεωρητικά «αγαπάμε τα παιδιά μας» και προσπαθούμε να «τους τα δώσουμε όλα», δημιουργούμε τόσους πολλούς δύσκολους, ανώριμους και φοβισμένους ενηλίκους;

Τρύφων Ζαχαριάδης: Το οικογενειακό περιβάλλον αποτελεί την πρώτη πηγή από την οποία το παιδί αντλεί όλες τις γνώσεις του και τις συναισθηματικές εκδοχές του.  Παιδιά όμως υπήρξαν κάποτε και οι γονείς. Αυτό σημαίνει πως για να διαμορφώσουν ένα ευτυχισμένο παιδί, προϋπόθεση είναι να έχουν ζήσει και βιώσει την ευτυχία από τους δικούς τους γονείς.

Αναφέρομαι σε ένα είδος αναπαραγωγής συμπεριφοράς, δηλαδή μια αλυσίδα εκπαίδευσης συναισθηματικής, που μεταφέρεται ασυνείδητα από γενιά σε γενιά. Αν δεν αποφασίσει κάποιος να κόψει έναν κρίκο από αυτή την αλυσίδα, δυστυχισμένοι και ανώριμοι γονείς θα συνεχίσουν να κατασκευάζουν δυστυχισμένα και ανώριμα παιδιά.

Ποιες πιστεύετε ότι είναι οι κυριότερες δυσλειτουργίες των νέων οικογενειών;

Τρύφων Ζαχαριάδης: Πιστεύω πως έχουν κοινό παρονομαστή με τις παλιές. Αναζητούν κώδικα επικοινωνίας που θα τους επιτρέψει να αγαπηθούν τα μέλη της, αλλά δεν τον βρίσκουν. Παλαιότερα, οι ρόλοι υπήρξαν περισσότερο «ξεκάθαροι» : ο άντρας φερόταν καταπιεστικά στη γυναίκα και εκείνη, αντιδρώντας, «ροκάνιζε» τη σχέση του με τα παιδιά.

Σήμερα, με την εργαζόμενη γυναίκα, αλληλοκαταπιέζονται. Διεκδικούν από τα παιδιά τους να γίνουν «σύντροφοι» του πατέρα ή της μητέρας, «θεραπευτές» της οικογένειας, «αποδιοπομπαίοι τράγοι» της ή καλούνται να βάλουν σε τάξη την «οικογενειακή αταξία». Στην ουσία, μιλάμε για ανώριμους συναισθηματικά γονείς που ψάχνουν ενήλικα συναισθηματικά παιδιά για να τους «νταντέψουν». Όλα αυτά καθρεφτίζουν και το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας: συναισθηματική ανωριμότητα.

Με δεδομένη τη σημερινή κατάσταση μιας γενικευμένης κρίσης, πώς βλέπετε να «στέκεται» η σύγχρονη μέση ελληνική οικογένεια; Μπορεί να λειτουργήσει σαν σάκος του κοινωνικού μποξ και πώς;

Τρύφων Ζαχαριάδης: Κάθε φορά που οι «εξωτερικές» κρίσεις συναντούν τη μέση ελληνική οικογένεια, δημιουργείται μια μορφή εσωστρέφειας αντίστοιχη με αυτήν της «δεμένης» οικογένειας που σχολίασα. Όταν η πολιτεία ή η κοινωνία δεν ανταποκρίνονται στους ρόλους που θα έπρεπε να έχουν, όπως για παράδειγμα σήμερα με την οικονομική και άλλου είδους κρίση,  διαχέεται ένα αίσθημα πανικού για το πώς θα «επιβιώσουμε», δηλαδή «ποιος θα μας αναλάβει».

Ο κοινωνικός περίγυρος, αντί να λειτουργήσει σαν καλή μητέρα, μετατρέπεται σε μια σκληρή μητριά. Σε αντιστάθμισμα, η οικογένεια –έστω και με υπερβολή– αναλαμβάνει να παίξει ακόμα πιο «προστατευτικούς» ρόλους: «κλείνεται» στον εαυτό της. Το μόνο που μου προκαλεί ανησυχία στην εποχή μας είναι το αντανακλαστικό αποτέλεσμα της οικονομικής και συναισθηματικής μιζέριας. Η ανέχεια γεννά καινούργιες μορφές εξουσίας, και αυτές επηρεάζουν και την οικογενειακή επικοινωνία. Το παιχνίδι της εξουσίας, όταν δεν εκτονώνεται ικανοποιητικά στη σεξουαλικότητα, διοχετεύεται επιθετικά στις ανθρώπινες σχέσεις.

Στον καινούργιο αιώνα ποιες οι δομικές αλλαγές της οικογένειας και ποια τα βασικά στοιχεία της;

Τρύφων Ζαχαριάδης: Κοινά στοιχεία συνεχίζουν να είναι όσα συνδέουν τα μέλη της οικογένειας , δηλαδή οι δεσμοί, βιολογικοί, νομικοί, συναισθηματικοί καθώς και αυτοί της οικογενειακής ιστορίας. Οι διαφοροποιήσεις έχουν σχέση με το οικογενειακό προφίλ. Ανατέλλει όλο και περισσότερο το είδος της μονογονεϊκής οικογένειας.

Γυναίκες που επιλέγουν να αποκτήσουν παιδί χωρίς σύντροφο. Περισσότερα διαζύγια, όπου συνήθως το παιδί μεγαλώνει με τη μητέρα. Παιδιά που αποκτήθηκαν από άλλο γάμο. Άλλη παράμετρος, η «δανεική» μήτρα και η εξωσωματική διαδικασία.

Κάποια παιδιά έχουν ένα βιολογικό γονιό, έναν κοινωνικό γονιό, ενώ υπάρχει ίσως ο δότης ή η δότρια που συντελεί στη γέννηση και απόκτηση τους. Γίνεται φανερό ότι αλλάζει η δομή της οικογένειας. Οι επιλογές μοιάζουν πιο «πολύπλοκες» και ταυτόχρονα πιο «χαλαρές», ενώ τα «ζευγάρια» λειτουργούν ως μοναχικές οντότητες. Ό,τι όμως κι αν αλλάξει, το αίτημα της ανθρώπινης ύπαρξης θα παραμένει ένα: να αγαπηθεί για να βιώνει ασφάλεια και αποδοχή.

Ο οικογενειακός θεσμός θα συνεχίσει να αντιστέκεται στις κρίσεις;

Τρύφων Ζαχαριάδης: Η οικογενειακή ομάδα θα συνεχίσει να παίζει το σημαντικό ρόλο της. Η κρίση του θεσμού έχει μεγαλύτερη σχέση με τη συμπεριφορά του ζευγαριού. Στην ανθρώπινη συμπεριφορά, η ευχέρεια και η συνήθεια να πληγώνει ο ένας τον άλλο είναι ενδεικτική της εχθρότητας που διέπει την κοινωνική επικοινωνία. Είμαι όμως αισιόδοξος για την προσαρμοστική ικανότητα του θεσμού. Μπορεί τα οικογενειακά συμπτώματα να συμβολοποιούν το κοινωνικό άγχος, αυτό όμως μας επιτρέπει να αποκρυπτογραφήσουμε τις αιτίες της όποιας δυσλειτουργίας…

Ποιος είναι τελικά ο πραγματικός προορισμός της οικογένειας; Και πώς μπορεί να επιτευχθεί;

Τρύφων Ζαχαριάδης: Οι γονείς επιλέγουν τη διδαχή της συντροφικότητας στα παιδιά τους και, ενώ πρέπει να τα διευκολύνουν συναισθηματικά να τους αποχωριστούν, τα προσκολλούν στη σχέση τους. Μας μοιάζει φυσική η αρχή (ικανοποίηση) και αφύσικο το τέλος (αποχωρισμός, θάνατος, ματαίωση). Ακούγεται απλό, αλλά η ευτυχία και η ωριμότητα –και των παιδιών και των γονιών– εξαρτώνται από τη συναισθηματική τους εκπαίδευση απέναντι στη συντροφικότητα και τον αποχωρισμό. Δοκιμάστε το!

Πηγή στο Διαδίκτυο: Thessaloniki Arts and Culture

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Αυτό που είμαστε... Ίρβιν Γιάλομ


…του Ίρβιν Γιάλομ.


Ποιος από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποια απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.

Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι.

Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλα αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.

1. Αυτό που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είναι απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.

2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων. Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: “Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας”. Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες.
Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.

3. Αυτό που είμαστε. Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. 

Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.

Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πώς ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.

Από το βιβλίο του Irvin Yalom, Στον κήπο του Επίκουρου: αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου, εκδόσεις Άγρα.


Διαδικτυακή Πηγή:


http://enallaktikidrasi.com/2013/07/ayto-pou-eimaste-irvin-gialom/#ixzz2hRDg7Nlq





Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Γάμος και επιλογή συντρόφου...


 ''Ο γάμος σε ένα πολύ σημαντικό βαθμό δεν είναι παρά η αναδημιουργία του αρχικού δεσμού με τη μητέρα και αργότερα με τον πατέρα. Όταν παντρευόμαστε δηλαδή, διαλέγουμε ασυνείδητα ένα πρόσωπο με το οποίο επιθυμούμε να αναδημιουργήσουμε τον αρχικό μας δεσμό με τη μητέρα και τον πατέρα, είτε όπως ήταν στην πραγματικότητα είτε όπως θα θέλαμε να ήταν. Αν υπήρξαν προβλήματα στη σχέση εκείνη, ασυνείδητα διαλέγουμε έναν άνθρωπο τέτοιο ώστε να ξαναδημιουργηθούν τα ίδια προβλήματα, προσδοκώντας μάταια ότι αυτή τη φορά θα τα λύσουμε. Ισχύει δηλαδή αυτό που ο Freud ονόμασε ''καταναγκασμό της επανάληψης'' (repetition compulsion). 

Κομμάτια της παλιάς σχέσης ενδοβάλλονται μέσα μας σαν εσωτερικευμένα αντικείμενα και προβάλλονται στο σύζυγο μόλις παντρευτούμε. Σε κάθε στενό δεσμό, αλλά ιδιαίτερα στο συζυγικό, ο ένας μεταφέρει στον άλλο, μέσω αμοιβαίων προβολών, κομμάτια της ψυχολογίας του άλλου. Αυτό δημιουργεί σύστημα επανατροφοδότησης, το οποίο επηρεάζει συνεχώς και κυκλικά τη συμπεριφορά μεταξύ των συζύγων, έτσι ώστε η τελική συμπεριφορά καθενός δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της ατομικής του ψυχολογίας αλλά και της συνεχούς αλληλεπίδρασης.

Θα απλοποιήσω με ένα παράδειγμα:
Ας πούμε ότι η μητέρα μου δεν ήταν καλή μαζί μου και εγώ ασυνείδητα κουβαλώ μέσα μου την ιδέα ότι όλες οι γυναίκες είναι κακές και δεν πρέπει να τις εμπιστεύομαι. Όταν παντρευτώ, ασυνείδητα αρχίζω να θεωρώ ότι η γυναίκα μου είναι κακή και αρχίζω να παρεξηγώ κομμάτια από τη συμπεριφορά της ως κακά, ενώ για κάποιον άλλο ίσως δε θα έδειχναν κακία. Αυτό επηρεάζει τη συμπεριφορά μου απέναντί της και της φέρομαι άσχημα. Όταν της φερθώ άσχημα πολλές φορές, η γυναίκα μου αρχίζει να γίνεται επιθετική απέναντί μου, οπότε εγώ επιβεβαιώνομαι ότι πράγματι είναι κακή και τότε κλειδώνομαι σε μία συμπεριφορά από την οποία δεν μπορώ πλέον να βγω, μιας και κάθε φορά καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα. Αυτό οι ειδικοί της θεωρίας της επικοινωνίας το ονομάζουν φαινόμενο ισοκατάληξης (equifinality). Στην καθημερινή μας κουβέντα το λέμε φαύλο κύκλο. Από τα ανωτέρω καταλαβαίνει κανείς ότι είναι αδύνατον να αντιμετωπιστούν θεραπευτικά συζυγικά ή οικογενειακά προβλήματα με την τεχνική της ατομικής ψυχαναλυτικής θεραπείας και ότι χρειάζεται να δει κανείς το ζεύγος ή την οικογένεια ολόκληρη.''


Βιβλιογραφική Πηγή:
Τομαράς Β. Καραμανωλάκη Χ., Ζέρβας Ι. (2008), Θεραπεία Ζεύγους, Ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις από την Ψυχαναλυτική, τη Συμπεριφορική και τη Συστημική οπτική. Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη

(Το παραπάνω είναι απόσπασμα από το 1ο κεφάλαιο: Ο γάμος ως πηγή κατάθλιψης, Ματθαίος Γιωσαφάτ)

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

''Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς''


''Αυτό που βλέπαμε λοιπόν να εμφανίζεται βαθμιαία, ξεπερνούσε την απλή εικόνα που δεν μπορούσαν να απαγκιστρωθούν από μία αμοιβαία διπλή δέσμευση. Η Άννα και ο Μπενεντέτο δεν ήταν απλώς δύο πρόσωπα που έσπρωχναν τα φύλλα μιας περιστρεφόμενης πόρτας κατηγορώντας ο ένας τον άλλον για το ποιος ήταν υπεύθυνος της κίνησης αυτής που τους έκανε να ζαλίζονται- είχε εμφανιστεί και κάτι άλλο: ένα σύστημα στη δημιουργία του οποίου είχαν συμβάλλει και το οποίο, λειτουργώντας με τους δικούς του νόμους, τους κρατούσε αιχμάλωτους άκαμπτων και κυκλικών κινήσεων, που εκ πρώτης όψεως κανένας δεν μπορούσε να αντέξει.

Πέρα από τα προσωπικά κίνητρα, η λειτουργία της συμπεριφοράς του καθενός έπρεπε να ανιχνευτεί στον περίγυρο του συστήματος του ζευγαριού. Τα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλαν ο ένας τον άλλον, μπορούσαν να περιγραφούν ως ένας τρόπος αμοιβαίας επιβεβαίωσης και ενίσχυσης των πεποιθήσεων του συντρόφου, καθώς και της βοήθειας στην αποφυγή της αντιμετώπισης του ξεριζώματος που θα αποτελούσε συνακόλουθο της αλλαγής.''

(Απόσπασμα από το Βιβλίο: Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς (1991), Μονί Ελκάιμ, εκδ. Κέδρος)


Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

''Το πείραμα του ανέκφραστου προσώπου''


''Το βρέφος αντέδρασε με τον τυπικό τρόπο που αντιδρούν τα βρέφη στη συνθήκη του ανέκφραστου προσώπου: προσανατολίστηκε κατ' επανάληψη προς τον ανέκφραστο γονέα, καταβάλλοντας ενεργές προσπάθειες για να του προσδώσει ζωντάνια. Ύστερα άρχισε να αποσπάται: κοίταζε τα χέρια του και στριφογύριζε το βλέμμα του στο κεφάλι του ανέκφραστου γονέα. (...) Το διαλογικό και το τριλογικό παιχνίδι είναι σαν ένα πάρτι με φίλους... αποσκοπεί ουσιαστικά στη διασκέδαση και την ευθυμία... αποτελεί ένα μέσο για την εγκαθίδρυση της συναισθηματικής επαφής, το μοίρασμα της ευχαρίστησης. (...) Η τέχνη της συναισθηματικής επαφής βρίσκεται στον πυρήνα των στενών μας σχέσεων. Η βασική μονάδα εντός της οποίας αναπτύσσουμε τις σχέσεις μας αυτές, είναι συχνά το πρωταρχικό τρίγωνο: ο πατέρας, η μητέρα και το βρέφος.'' 

(Αποσπάσματα από το βιβλίο: ''Το πρωταρχικό τρίγωνο'' (2006), Fivaz - Depeursinge E., Corboz-Warnery A., Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη)



Να ανακαλύψεις τον εαυτό σου... Αυτός είναι ο προορισμός.


''Δε θα σου πω ποιο δρόμο να διαλέξεις. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ποιους δρόμους διάλεξα εγώ και πού με πήγαν. Όμως ακόμα κι αυτό δε θα σου προσφέρει καμία βοήθεια.

Ο καθένας περπατάει στους δικούς του δρόμους, με το δικό του βηματισμό. Και ένα πράγμα είναι σίγουρο: κάποιους δρόμους πρέπει να τους περπατήσουμε μέχρι τέλους για να συμπεράνουμε την ομορφιά ή την ασχήμια τους. Πρέπει να τους περπατήσουμε για να δούμε πού οδηγούν.

Οι ίδιοι δρόμοι στη ζωή οδηγούν σε διαφορετικό προορισμό τον καθένα. Ό, τι και να σου πω εγώ, τι να προσέξεις, τι να αποφύγεις, τι να προσπεράσεις, δεν έχει κανένα νόημα. Θα σου πω λοιπόν μονάχα το εξής: Περπάτα προς όποια κατεύθυνση θέλεις. Η μαγεία είναι να βρεις μόνος σου το ''σωστό'' προορισμό. Ο ''σωστός'' προορισμός άλλωστε, είναι για τον καθένα διαφορετικός και μοναδικός. Με όποια βήματα, σε οποιαδήποτε διαδρομή, να ανακαλύψεις τον εαυτό σου... Αυτός είναι ο προορισμός...''


Απόσπασμα από το βιβλίο ''Ο δρόμος της πνευματικότητας'' του Χόρχε Μπουκάι* (Jorge Bucay)

*Ο Χόρχε Μπουκάι γεννήθηκε το 1949 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Γιατρός και ψυχοθεραπευτής της σχολής Gestalt, ειδικεύτηκε στη θεραπεία των νοητικών ασθενειών, εργαζόμενος αρχικά σε νοσοκομεία και κλινικές και, στη συνέχεια, δίνοντας διαλέξεις σε ιδρύματα, κολέγια, θέατρα, καθώς και σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με τη συγγραφή βιβλίων, είδε περισσότερα από δώδεκα βιβλία του να μεταφράζονται σε τουλάχιστον είκοσι μία γλώσσες και να τοποθετούνται πρώτα στις λίστες των ευπώλητων κάθε χώρας. Εργάζεται ως ψυχοθεραπευτής ενηλίκων, ζευγαριών και κοινωνικών ομάδων. Ζει στα προάστια του Μπουένος Άιρες με τη γυναίκα του και τα δύο του παιδιά.




Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Ο θεραπευτής και η Θεραπευτική Σχέση





Θεραπεία: Μία συν-εργατική σχέση

Η Θεραπευτική Σχέση θεωρείται το πιο βασικό στοιχείο μίας ‘’επιτυχημένης’’ θεραπείας. 

Είναι η συν-εργατική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε έναν θεραπευτή και στον άνθρωπο που τον επισκέπτεται (θεραπευόμενος), εξαιτίας μιας δυσκολίας ή ενός προβλήματος που αντιμετωπίζει. 
Ο όρος ‘’συν-εργατική’’ δηλώνει ότι η σχέση χτίζεται ‘’από κοινού’’ από το θεραπευτή και το θεραπευόμενο. 

Η θεραπευτική σχέση είναι εστιασμένη και προσανατολισμένη στο θεραπευόμενο, με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να συμβάλλει στην κατανόηση από τον ίδιο των καταστάσεων της ζωής του και να αποτελέσει παράγοντα αλλαγής. Παρέχει ένα ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο ο θεραπευόμενος διερευνά, πειραματίζεται, ανακαλύπτει. Από τη μία πλευρά, η ασφάλεια είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει η θεραπευτική σχέση, και από την άλλη η θεραπευτική σχέση είναι απαραίτητη για να δημιουργηθεί ένα κλίμα ασφάλειας. 

Ο ''χαρακτήρας'' του θεραπευτή

Ο σεβασμός, η γνώση, η ταπεινότητα, η αυθεντικότητα και η ενσυναίσθηση, αποτελούν μερικές μόνο από τις βασικές ιδιότητες ενός θεραπευτή, και είναι αυτές που διευκολύνουν, προάγουν και διατηρούν τη θεραπευτική σχέση ανάμεσα στον ίδιο και το θεραπευόμενο. 

Δεν είναι τόσο οι γνώσεις του θεραπευτή γύρω από την ανθρώπινη συμπεριφορά και τις ανθρώπινες σχέσεις αυτό που έχει σημασία όταν μιλάμε για την κατάλληλη και την ιδανική θεραπευτική διαδικασία, όσο ο ‘’χαρακτήρας’’ του θεραπευτή και η ικανότητά του να δεσμεύεται και να συνδέεται θεραπευτικά με τον άνθρωπο που απευθύνεται σε αυτόν. Η προσέγγιση και ο προσανατολισμός του κάθε θεραπευτή, είτε πρόκειται για ψυχοδυναμική, συμπεριφοριστική, υπαρξιστική, συστημική, είτε για οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση, δε διαδραματίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στην πορεία της θεραπευτικής διαδικασίας, όσο οι ικανότητες-ιδιότητες που αναφέρθηκαν παραπάνω. Είναι σημαντικό για το θεραπευόμενο να γνωρίζει τη σημαντικότητα των ιδιοτήτων αυτών, όταν αναζητά θεραπευτή ή όταν έχει ήδη εμπλακεί σε μία θεραπευτική διαδικασία. 

«Γνώθι σαυτόν»

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έλκονται από το πεδίο της Ψυχολογίας ή της Ψυχικής Υγείας, ωστόσο κάποιοι έχουν να δώσουν πολλά περισσότερα στο πεδίο της ακαδημαϊκής κοινότητας ή σε αυτό της έρευνας, σε σχέση με το πεδίο της ψυχοθεραπείας. Είναι σημαντικό ο κάθε θεραπευτής να διέπεται από το λεγόμενο «γνώθι σαυτόν», που κάθε χρονική στιγμή μπορεί να δώσει απαντήσεις σε σχέση με τις ‘’ποιότητες’’ εκείνες που πρέπει να χαρακτηρίζουν έναν θεραπευτή. 

Η δέσμευση του θεραπευτή απέναντι στον πελάτη του, η άνεση που μπορεί να νιώθει ο πελάτης με το θεραπευτή ώστε να εκφράσει τις σκέψεις, τις δυσκολίες και τα συναισθήματά του, αλλά και η εμπιστοσύνη απέναντί του ώστε να μοιραστεί προσωπικές πληροφορίες,  η ενεργητική ακρόαση, η αυθεντική στάση και το γνήσιο ενδιαφέρον του θεραπευτή, αποτελούν μερικές σημαντικές πτυχές της θεραπευτικής διαδικασίας. 

Θεραπεία: Επιτυχημένη ή αποτυχημένη; 

Επιπλέον, ο κάθε θεραπευτής δεν μπορεί να είναι κατάλληλος για κάθε πελάτη και το αντίστροφο. Είναι σημαντικό, και ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος να γνωρίζουν την αξία και τη δύναμη της σχέσης. Αν η θεραπευτική σχέση λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην προάγει την ευημερία και την επίλυση των προβλημάτων και αυτό γίνεται εμφανές, τότε θα πρέπει να συζητάται στο θεραπευτικό πλαίσιο. Η συζήτηση αυτή μπορεί να αποτελέσει την αρχή για τη θεραπευτική, πια, λειτουργία της σχέσης, ή μπορεί να οδηγήσει στον τερματισμό και τη λήξη της ‘’συν-εργασίας’’. Ακόμα και αυτό όμως, αποτελεί κομμάτι της θεραπευτικής διαδικασίας που έχει ξεκινήσει. Οποιαδήποτε εξέλιξη θα πρέπει να νοηματοδοτείται με βάση το πλαίσιο (θεραπευτικό στην περίπτωση αυτή) στο οποίο λαμβάνει χώρα. Σύμφωνα με αυτό, δεν υπάρχει επιτυχημένη και αποτυχημένη θεραπεία. Μία προγραμματισμένη συνεδρία που ποτέ δεν έγινε, μία συνεδρία που ακυρώθηκε, μία θεραπευτική ‘’συν-εργασία’’ που τερματίστηκε, αποτελούν όλα κομμάτια του πλαισίου και της θεραπευτικής σχέσης, και έχουν κάποιο νόημα μέσα στο θεραπευτικό σύμπαν. 





Διαδικτυακή Πηγή:
Robert Morse E-therapy Blog, ''The importance of the Therapeutic Relationship'' (http://rmetherapy.wordpress.com/2010/12/13/the-importance-of-the-therapeutic-relationship/)

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Η ταμπέλα των ‘’Κρίσεων Πανικού’’: Εγώ και οι άλλοι




 Ένας άλλος τίτλος για το κείμενο που ακολουθεί, θα μπορούσε να είναι και ο εξής: ‘’Διαταραχή Πανικού: Η διαταραχή του 21ου αιώνα’’. Πράγματι, είναι τεράστια η εξοικείωσή μας με την έννοια των ‘’κρίσεων πανικού’’, αλλά και με τα συμπτώματά τους. Τι είναι όμως οι κρίσεις πανικού;

Βασικό χαρακτηριστικό τους αποτελούν οι επαναλαμβανόμενες απροσδόκητες Προσβολές Πανικού, που συνοδεύονται για τουλάχιστον ένα μήνα ή περισσότερο από επίμονη ανησυχία (άγχος) του ατόμου μήπως του ξανασυμβεί κάποια Προσβολή Πανικού, από ανησυχία και στενοχώρια για τις επιπτώσεις ή τις συνέπειες των προσβολών (π.χ. μήπως πεθάνει από καρδιά, μήπως τρελαθεί κτλ.) ή από σημαντική αλλαγή της συμπεριφοράς που σχετίζεται με τις προσβολές (π.χ. παραίτηση από τη δουλειά του) (Μάνος, 1997).

Πρόκειται για μία προσβολή έντονου φόβου (πανικού), δυσφορίας και εσωτερικής έντασης, όπου εμφανίζονται διάφορα σωματικά συμπτώματα και επικρατεί μια αίσθηση επικείμενης καταστροφής. Η Κρίση Πανικού ‘’μιμείται’’ πολλές οργανικές διαταραχές, οπότε το άτομο επισκέπτεται πολλούς γιατρούς και κάνει πολυάριθμες εξετάσεις, έως ότου η ιδέα ότι πρόκειται για Διαταραχή Πανικού έρθει στο μυαλό του γιατρού ή του ‘’ασθενή’’ (Μάνος, 1997).

Το άτομο που υφίσταται μία ή περισσότερες κρίσεις πανικού αναπτύσσει το φόβο ότι αυτό θα ξανασυμβεί. Ως αποτέλεσμα αρχίζει να αποφεύγει καταστάσεις όπου η πιθανότητα να συμβεί κάποια προσβολή πανικού του δημιουργεί έντονο φόβο, ιδιαίτερα αν πρόκειται για καταστάσεις που συνοδεύτηκαν από κάποια προσβολή πανικού στο παρελθόν. Ο έντονος αυτός φόβος, έχει περιγραφεί με τον όρο ‘’αγοραφοβία’’, επειδή συνοδεύει κυρίως καταστάσεις, όπως είναι οι επισκέψεις στα μαγαζιά ή την αγορά γενικότερα. Ωστόσο αυτό που κυρίως φοβάται το άτομο είναι η κατάσταση κατά την οποία θα βρίσκεται μακριά από την πηγή ασφάλειάς του. Ως αποτέλεσμα, αποφεύγει να πηγαίνει μόνο του σε δημόσιους χώρους ή να ταξιδεύει, και σταδιακά, ζητά όλο και περισσότερο τη συνοδεία κάποιου ‘’συντρόφου’’ (Μάνος, 1997).


Σε ένα πρώτο επίπεδο, μπορούμε να πούμε πως οι άνθρωποι που βιώνουν τα συμπτώματα που περιγράφονται παραπάνω, λαμβάνουν τη διάγνωση της ‘’διαταραχής πανικού’’ και χρήζουν φαρμακευτικής αγωγής. Με την έννοια αυτή, εστιάζουμε στο οργανικό υπόβαθρο του προβλήματος. Η φαρμακευτική αντιμετώπιση των κρίσεων πανικού μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα ως προς την υποχώρηση των συμπτωμάτων. Τι γίνεται όμως όταν το άτομο σταματά να λαμβάνει την αγωγή αυτή;

Η έντονη απελπισία και το απόλυτο αδιέξοδο που συνδέονται με τις κρίσεις, οι οποίες περιγράφεται ότι ‘’δε σταματούν ποτέ’’ και ‘’συνέχεια επιστρέφουν’’,  οδηγεί τα άτομα στη σκέψη ότι η λήψη φαρμάκου αποτελεί τη μοναδική λύση για την αντιμετώπισή τους. Μπορεί όμως η φαρμακευτική αγωγή να οδηγήσει στην αντιμετώπιση της ‘’ρίζας’’ του προβλήματος; Με τη φαρμακευτική αγωγή το πρόβλημα αντιμετωπίζεται ή απλά ‘’σκεπάζεται’’;

Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα, αν δεν προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το λόγο για τον οποίο εμφανίζεται ή/ και διατηρείται στη ζωή μας; Γιατί μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Τι κάνουμε για να το αντιμετωπίσουμε; Τι κάνουν οι άλλοι κάθε φορά που το πρόβλημα αυτό εμφανίζεται;

Αν απομακρυνθούμε από την οπτική που δίνει έμφαση στα συμπτώματα και στην παθολογία του ατόμου, θα σταματήσουμε να βλέπουμε το πρόβλημα μόνο από τη μία του πλευρά, δηλαδή θα σταματήσουμε να απομονώνουμε το πρόβλημα από το περιβάλλον μέσα στο οποίο εμφανίζεται. Η αλλαγή αυτή στην εστίαση, και η μετατόπισή μας από τα συμπτώματα στο περιβάλλον όπου αναδύονται τα συμπτώματα, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βήμα για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και των προβλημάτων που δημιουργούν στο άτομο.

Μπορεί να περιγράφεται μία συγκεκριμένη συμπτωματολογία για την διαταραχή των κρίσεων πανικού, ωστόσο ο λόγος για τον οποίο εμφανίζεται, διαφέρει από άτομο σε άτομο. Επιπλέον, διαφέρει ο τρόπος με τον οποίο το κάθε άτομο (ή το οικείο περιβάλλον του) ξεχωριστά, ερμηνεύει τη δυσκολία που βιώνει. Τέλος, ο λόγος για τον οποίο εμφανίζονται οι κρίσεις πανικού, μπορεί να είναι διαφορετικός από το λόγο για τον οποίο διατηρούνται.

Δεδομένου ότι ο κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δική του μοναδική, προσωπική ιστορία, ζει μέσα σε ένα μοναδικό περιβάλλον και έχει το δικό του μοναδικό τρόπο να βλέπει τα πράγματα, το νόημα της εμφάνισης των συμπτωμάτων θα ήταν διαφορετικό στην κάθε περίπτωση. Επομένως, διαφορετικός θα ήταν και ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπίζονταν τα συμπτώματα.

Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται σκόπιμο να αναζητάται η συνθήκη η οποία συμβάλει στη δημιουργία ή τη διατήρηση του προβλήματος. Όπως επίσης και η συνθήκη μέσα στην οποία τα συμπτώματα απουσιάζουν.

Η θεραπευτική σχέση μπορεί να είναι το μέσο για την αναζήτηση αυτή. Το θεραπευτικό πλαίσιο αποτελεί ένα ασφαλές πλαίσιο, μέσα στο οποίο το άτομο μπορεί να σταδιακά να δει τη λειτουργία και το ρόλο των κρίσεων στη ζωή του. Μιλώντας, όχι μόνο για συμπτώματα, αλλά και για σχέσεις και γεγονότα της ζωής του, το άτομο σταματά να βλέπει τις κρίσεις σαν ένα φαινόμενο ανεξήγητο, απροσδόκητο και ανεξέλεγκτο.

Η διαφορετική ματιά στο πρόβλημα συνδέεται με μία διαφορετική ματιά ολόκληρης της ζωής. Γιατί κάπου μέσα στις σχέσεις ‘’τοποθετείται’’ το πρόβλημα και δεν μπορεί να απομονωθεί από αυτές. Γιατί δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για ένα πρόβλημα, αν δεν αναφερθεί στις σχέσεις και στα γεγονότα της ζωής του. 










Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Σχολική φοβία: Στρέφοντας το βλέμμα από το παιδί... στις σχέσεις.





Τι εννοούμε με τον όρο «σχολική φοβία»;

Η σχολική φοβία περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1941 από την Αμερικανίδα ψυχίατρο Adelaide Johnson, και για πολλά χρόνια ερμηνευόταν κυρίως ως συνέπεια της σχέσης εξάρτησης μεταξύ μητέρας και παιδιού. Αργότερα, κατά τη διάρκεια εξέλιξης της επιστήμης, μελετήθηκαν και άλλες παράμετροι του φαινομένου αυτού.

Γενικά, ο όρος φοβία κατά τον  Martin Herbert, καθηγητή  της ψυχολογίας  του Πανεπιστημίου Leicester  της Αγγλίας,  αποτελεί έναν διαγνωστικό όρο  που περιγράφει τον έντονο και παράλογο φόβο, που συνήθως στρέφεται προς κάποιο συγκεκριμένο ερέθισμα ή κατάσταση στο περιβάλλον.

Ειδικότερα τώρα, ό όρος ‘’σχολική φοβία’’ περιγράφει αυτή την έντονη άρνηση του παιδιού να πάει σχολείο, λόγω του έντονου και παράλογου φόβου για κάποιες πτυχές της σχολικής ζωής (Herbert, 1998).

Την ώρα που το παιδί πρέπει να πάει στο σχολείο μπορεί να παραπονιέται για πονοκεφάλους,  πόνο στο στομάχι  ή στο λαιμό, ''συμπτώματα'' που εξαφανίζονται στην περίπτωση κατά την οποία το παιδί δεν πηγαίνει στο σχολείο, αλλά επανέρχονται το πρωί της επόμενης ημέρας. Μία πρώτη ερμηνεία από το γονέα μπορεί να είναι ότι το παιδί του είναι άρρωστο, ή ότι προσποιείται ότι είναι άρρωστο καθώς μπορεί να μην έχει διαβάσει και να θέλει να αποφύγει τις συνέπειες. Ωστόσο, η ανάπτυξη της σχολικής φοβίας δε συνδέεται συνήθως με κακή απόδοση του παιδιού στο σχολείο. Αντίθετα, συμβαίνει συχνά τα παιδιά που εμφανίζουν τη συμπεριφορά αυτή να είναι επιμελείς μαθητές με καλές σχολικές επιδόσεις. Σε όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητές του, το παιδί φαίνεται υγιές και ενεργητικό.

Πότε μπορεί να εμφανιστεί;

Συνήθως, η συμπεριφορά αυτή της έντονης άρνησης του παιδιού να πάει στο σχολείο, εμφανίζεται κατά την ηλικία των 5-14 ετών. Εμφανίζεται κυρίως στα παιδιά που έχουν ξεκινήσει να πηγαίνουν στο νηπιαγωγείο ή σε εκείνα της α’ τάξης του δημοτικού, ωστόσο κάποιες φορές ενδέχεται να εμφανιστεί και στο γυμνάσιο, και σε μεγαλύτερο ποσοστό στα κορίτσια απ’ ότι στα αγόρια. Η πιο συχνή εμφάνισή της σημειώνεται στη β’ τάξη του δημοτικού σχολείου, ενώ το 80% των περιπτώσεων είναι μοναχοπαίδια ή πρωτότοκα παιδιά (Herbert, 1998).


Ποιοι είναι οι λόγοι εμφάνισής της;

Κάθε δυσκολία στη ζωή ενός ανθρώπου είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Στα παιδιά συγκεκριμένα, είναι σημαντικό να διερευνάται κάθε φορά το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσουν συγκεκριμένες συμπεριφορές και δυσκολίες.  Όταν οι γονείς έρχονται αντιμέτωποι με την επίμονη και έντονη άρνηση του παιδιού τους να πάει στο σχολείο, συνήθως εστιάζονται στην αρνητική αυτή συμπεριφορά, η οποία πολλές φορές μπορεί να συνοδεύεται από εκρήξεις θυμού και επιθετικότητα, και αντιδρούν με μαλώματα και τιμωρίες.
  
Σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι σημαντικό να διερευνηθεί το ενδεχόμενο αρνητικών συνθηκών στο πλαίσιο του σχολείου και της σχολικής τάξης, καθώς οι κακές σχέσεις με τους συνομηλίκους ή ένας αυστηρός ή/ και απορριπτικός δάσκαλος, αποτελούν συνθήκες που προκαλούν άγχος στο παιδί και κατ’ επέκταση την άρνησή του να πάει στο σχολείο.

Από την άλλη πλευρά, μία έντονη άρνηση από την πλευρά του παιδιού που παίρνει τη μορφή φοβίας, μπορεί να συνδέεται σε σημαντικό βαθμό, με κάποιες αλλαγές στο πλαίσιο της οικογένειας. Τέτοιες αλλαγές θα μπορούσαν να αποτελούν γεγονότα όπως είναι ο ερχομός ενός δεύτερου παιδιού στην οικογένεια, ή κάποια πιεστικά και δύσκολα- συναισθηματικά-  γεγονότα για το παιδί, όπως για παράδειγμα οι διαπροσωπικές δυσκολίες και συγκρούσεις ανάμεσα στους γονείς ή ένα διαζύγιο ανάμεσά τους, οι πιθανές οικονομικές δυσκολίες, η ασθένεια ή ο θάνατος κάποιου αγαπημένου προσώπου.

Σε κάθε περίπτωση κρίνεται σκόπιμο οι γονείς να αμφισβητούν το ατομικό-οργανικό υπόβαθρο της συμπεριφοράς του παιδιού του, και να προσπαθήσουν να νοηματοδοτήσουν τη φοβική συμπεριφορά του παιδιού τους. Είναι σημαντικό να σκεφτούν σχετικά με το πώς οι υπάρχουσες συνθήκες στην οικογένεια, μπορεί να σχετίζονται με την εμφάνιση ή τη διατήρηση της φοβία, ή γενικότερα μιας δυσκολίας ή ενός προβλήματος στο παιδί.

Η απόδοση νοήματος στη συμπεριφορά ή το πρόβλημα του παιδιού, σημαίνει ότι οι γονείς σταματούν να σκέφτονται και να μιλούν γι’ αυτό σαν να είναι ένα ‘’ατομικό πρόβλημα’’ ή ένα πρόβλημα που τοποθετείται ‘’μέσα στο παιδί’’. Η απόδοση νοήματος στο σύμπτωμα του παιδιού, οδηγεί τους γονείς να μιλήσουν για τις σχέσεις στην οικογένειά τους. Η απόδοση νοήματος σε μια δυσκολία ή ένα πρόβλημα, που φαίνεται ‘’ατομικό’’ αποτελεί μια προσπάθεια κατανόησης από την πλευρά των γονέων του τρόπου με τον οποίο το πλαίσιο (δηλαδή οι σχέσεις, οι συμπεριφορές, η επικοινωνία και τα συναισθήματα στην οικογένεια) ‘’γεννά’’ το σύμπτωμα.

Ο ‘’φόβος’’ του σχολείου μπορεί να μεταφραστεί ως έντονη επιθυμία παραμονής στο σπίτι, δίπλα στους γονείς, και άρα ως μία προστατευτική συμπεριφορά απέναντι στους γονείς.

Δεδομένου ότι η είσοδος του παιδιού στη σχολική ζωή σηματοδοτεί μία νέα φάση στον κύκλο ζωής της οικογένειας, η οποία φέρνει αλλαγές στο επίπεδο της καθημερινότητας, των συνηθειών και των σχέσεων (το παιδί λείπει περισσότερες ώρες από το σπίτι, η μητέρα είναι περισσότερο ελεύθερη να επιστρέψει στη δουλειά της αν δεν το έχει κάνει ως τώρα, το παιδί δημιουργεί σχέσεις έξω από το σπίτι), και δεδομένου ότι οι αλλαγές αυτές δεν είναι πάντα εύκολες και ανώδυνες για τις οικογένειες, η ‘’προσφυγή’’ του παιδιού στο σύμπτωμα της σχολικής φοβίας μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο να διατηρούνται σταθερές οι παλιές συνήθειες, επιτρέποντας σε ολόκληρη την οικογένεια να συνεχίσει να λειτουργεί όπως λειτουργούσε και προστατεύοντας τα μέλη της από τη βίωση δύσκολων συναισθημάτων στην οποία οδηγεί κάθε μετάβαση από ένα αναπτυξιακό στάδιο στο επόμενο. Μέσω της ανάδυσης του συμπτώματος της φοβίας το παιδί παραμένει στο σπίτι, η μητέρα φροντίζει το παιδί της ‘’μέχρι να γίνει καλά’’, κάθε αλλαγή και μετάβαση ‘’αναβάλλεται’’ και, τελικά, η ισορροπία που απειλήθηκε διατηρείται σταθερή.


Η πορεία προς την αντιμετώπιση του συμπτώματος

Συνήθως η εμφάνιση μιας δυσκολίας στο παιδί, είναι αυτή που κάνει τους  γονείς  να αναζητήσουν τη βοήθεια ενός ειδικού. Έρχονται σε θεραπεία με το αίτημα, είτε  να βοηθηθεί το παιδί τους ώστε να μην εμφανίζει πια τη φοβία, είτε να βοηθηθούν οι ίδιοι ώστε να βοηθήσουν το παιδί τους. Οι τελευταίοι είναι και η ομάδα εκείνη των γονέων που έχουν αντιληφθεί ότι η δυσκολία του παιδιού τους συνδέεται και με δυσκολίες στις σχέσεις των μελών της οικογένειας μεταξύ τους.

Η αντιμετώπιση ξεκινάει από τη στιγμή που οι γονείς στρέφουν το βλέμμα τους από το παιδί, στις σχέσεις στην οικογένειά τους. Αυτή η διαδικασία συμβαίνει σταδιακά. 
Οι γονείς, μιλώντας για τις δυσκολίες του παιδιού τους, σταδιακά αρχίζουν να μιλούν για τις δικές τους δυσκολίες. Καταλαβαίνουν ότι δεν είναι δυνατό να μιλήσουν για το παιδί τους χωρίς να μιλήσουν για τους ίδιους. Ότι δεν είναι δυνατό να αναφερθούν στις δυσκολίες του παιδιού τους, χωρίς να αναφερθούν στις δυσκολίες τις δικές τους και ολόκληρης της οικογένειας. 
Σταδιακά κατανοούν ότι η ‘’δυσλειτουργία’’ και το πρόβλημα, δε βρίσκεται στο παιδί αλλά κάπου στο ''μεταξύ'' τους. 



Η εικόνα των παιδιών με φοβία για το σχολείο μπορεί να έχει κάποια βασικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, το γιατί το κάθε παιδί μπορεί να εμφανίσει τη φοβία αυτή, διαφέρει από παιδί σε παιδί, και από οικογένεια σε οικογένειαΚάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, όπως μοναδικό και ξεχωριστό είναι το κάθε παιδί και η κάθε οικογένεια.