Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Σχολική φοβία: Στρέφοντας το βλέμμα από το παιδί... στις σχέσεις.





Τι εννοούμε με τον όρο «σχολική φοβία»;

Η σχολική φοβία περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1941 από την Αμερικανίδα ψυχίατρο Adelaide Johnson, και για πολλά χρόνια ερμηνευόταν κυρίως ως συνέπεια της σχέσης εξάρτησης μεταξύ μητέρας και παιδιού. Αργότερα, κατά τη διάρκεια εξέλιξης της επιστήμης, μελετήθηκαν και άλλες παράμετροι του φαινομένου αυτού.

Γενικά, ο όρος φοβία κατά τον  Martin Herbert, καθηγητή  της ψυχολογίας  του Πανεπιστημίου Leicester  της Αγγλίας,  αποτελεί έναν διαγνωστικό όρο  που περιγράφει τον έντονο και παράλογο φόβο, που συνήθως στρέφεται προς κάποιο συγκεκριμένο ερέθισμα ή κατάσταση στο περιβάλλον.

Ειδικότερα τώρα, ό όρος ‘’σχολική φοβία’’ περιγράφει αυτή την έντονη άρνηση του παιδιού να πάει σχολείο, λόγω του έντονου και παράλογου φόβου για κάποιες πτυχές της σχολικής ζωής (Herbert, 1998).

Την ώρα που το παιδί πρέπει να πάει στο σχολείο μπορεί να παραπονιέται για πονοκεφάλους,  πόνο στο στομάχι  ή στο λαιμό, ''συμπτώματα'' που εξαφανίζονται στην περίπτωση κατά την οποία το παιδί δεν πηγαίνει στο σχολείο, αλλά επανέρχονται το πρωί της επόμενης ημέρας. Μία πρώτη ερμηνεία από το γονέα μπορεί να είναι ότι το παιδί του είναι άρρωστο, ή ότι προσποιείται ότι είναι άρρωστο καθώς μπορεί να μην έχει διαβάσει και να θέλει να αποφύγει τις συνέπειες. Ωστόσο, η ανάπτυξη της σχολικής φοβίας δε συνδέεται συνήθως με κακή απόδοση του παιδιού στο σχολείο. Αντίθετα, συμβαίνει συχνά τα παιδιά που εμφανίζουν τη συμπεριφορά αυτή να είναι επιμελείς μαθητές με καλές σχολικές επιδόσεις. Σε όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητές του, το παιδί φαίνεται υγιές και ενεργητικό.

Πότε μπορεί να εμφανιστεί;

Συνήθως, η συμπεριφορά αυτή της έντονης άρνησης του παιδιού να πάει στο σχολείο, εμφανίζεται κατά την ηλικία των 5-14 ετών. Εμφανίζεται κυρίως στα παιδιά που έχουν ξεκινήσει να πηγαίνουν στο νηπιαγωγείο ή σε εκείνα της α’ τάξης του δημοτικού, ωστόσο κάποιες φορές ενδέχεται να εμφανιστεί και στο γυμνάσιο, και σε μεγαλύτερο ποσοστό στα κορίτσια απ’ ότι στα αγόρια. Η πιο συχνή εμφάνισή της σημειώνεται στη β’ τάξη του δημοτικού σχολείου, ενώ το 80% των περιπτώσεων είναι μοναχοπαίδια ή πρωτότοκα παιδιά (Herbert, 1998).


Ποιοι είναι οι λόγοι εμφάνισής της;

Κάθε δυσκολία στη ζωή ενός ανθρώπου είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Στα παιδιά συγκεκριμένα, είναι σημαντικό να διερευνάται κάθε φορά το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσουν συγκεκριμένες συμπεριφορές και δυσκολίες.  Όταν οι γονείς έρχονται αντιμέτωποι με την επίμονη και έντονη άρνηση του παιδιού τους να πάει στο σχολείο, συνήθως εστιάζονται στην αρνητική αυτή συμπεριφορά, η οποία πολλές φορές μπορεί να συνοδεύεται από εκρήξεις θυμού και επιθετικότητα, και αντιδρούν με μαλώματα και τιμωρίες.
  
Σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι σημαντικό να διερευνηθεί το ενδεχόμενο αρνητικών συνθηκών στο πλαίσιο του σχολείου και της σχολικής τάξης, καθώς οι κακές σχέσεις με τους συνομηλίκους ή ένας αυστηρός ή/ και απορριπτικός δάσκαλος, αποτελούν συνθήκες που προκαλούν άγχος στο παιδί και κατ’ επέκταση την άρνησή του να πάει στο σχολείο.

Από την άλλη πλευρά, μία έντονη άρνηση από την πλευρά του παιδιού που παίρνει τη μορφή φοβίας, μπορεί να συνδέεται σε σημαντικό βαθμό, με κάποιες αλλαγές στο πλαίσιο της οικογένειας. Τέτοιες αλλαγές θα μπορούσαν να αποτελούν γεγονότα όπως είναι ο ερχομός ενός δεύτερου παιδιού στην οικογένεια, ή κάποια πιεστικά και δύσκολα- συναισθηματικά-  γεγονότα για το παιδί, όπως για παράδειγμα οι διαπροσωπικές δυσκολίες και συγκρούσεις ανάμεσα στους γονείς ή ένα διαζύγιο ανάμεσά τους, οι πιθανές οικονομικές δυσκολίες, η ασθένεια ή ο θάνατος κάποιου αγαπημένου προσώπου.

Σε κάθε περίπτωση κρίνεται σκόπιμο οι γονείς να αμφισβητούν το ατομικό-οργανικό υπόβαθρο της συμπεριφοράς του παιδιού του, και να προσπαθήσουν να νοηματοδοτήσουν τη φοβική συμπεριφορά του παιδιού τους. Είναι σημαντικό να σκεφτούν σχετικά με το πώς οι υπάρχουσες συνθήκες στην οικογένεια, μπορεί να σχετίζονται με την εμφάνιση ή τη διατήρηση της φοβία, ή γενικότερα μιας δυσκολίας ή ενός προβλήματος στο παιδί.

Η απόδοση νοήματος στη συμπεριφορά ή το πρόβλημα του παιδιού, σημαίνει ότι οι γονείς σταματούν να σκέφτονται και να μιλούν γι’ αυτό σαν να είναι ένα ‘’ατομικό πρόβλημα’’ ή ένα πρόβλημα που τοποθετείται ‘’μέσα στο παιδί’’. Η απόδοση νοήματος στο σύμπτωμα του παιδιού, οδηγεί τους γονείς να μιλήσουν για τις σχέσεις στην οικογένειά τους. Η απόδοση νοήματος σε μια δυσκολία ή ένα πρόβλημα, που φαίνεται ‘’ατομικό’’ αποτελεί μια προσπάθεια κατανόησης από την πλευρά των γονέων του τρόπου με τον οποίο το πλαίσιο (δηλαδή οι σχέσεις, οι συμπεριφορές, η επικοινωνία και τα συναισθήματα στην οικογένεια) ‘’γεννά’’ το σύμπτωμα.

Ο ‘’φόβος’’ του σχολείου μπορεί να μεταφραστεί ως έντονη επιθυμία παραμονής στο σπίτι, δίπλα στους γονείς, και άρα ως μία προστατευτική συμπεριφορά απέναντι στους γονείς.

Δεδομένου ότι η είσοδος του παιδιού στη σχολική ζωή σηματοδοτεί μία νέα φάση στον κύκλο ζωής της οικογένειας, η οποία φέρνει αλλαγές στο επίπεδο της καθημερινότητας, των συνηθειών και των σχέσεων (το παιδί λείπει περισσότερες ώρες από το σπίτι, η μητέρα είναι περισσότερο ελεύθερη να επιστρέψει στη δουλειά της αν δεν το έχει κάνει ως τώρα, το παιδί δημιουργεί σχέσεις έξω από το σπίτι), και δεδομένου ότι οι αλλαγές αυτές δεν είναι πάντα εύκολες και ανώδυνες για τις οικογένειες, η ‘’προσφυγή’’ του παιδιού στο σύμπτωμα της σχολικής φοβίας μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο να διατηρούνται σταθερές οι παλιές συνήθειες, επιτρέποντας σε ολόκληρη την οικογένεια να συνεχίσει να λειτουργεί όπως λειτουργούσε και προστατεύοντας τα μέλη της από τη βίωση δύσκολων συναισθημάτων στην οποία οδηγεί κάθε μετάβαση από ένα αναπτυξιακό στάδιο στο επόμενο. Μέσω της ανάδυσης του συμπτώματος της φοβίας το παιδί παραμένει στο σπίτι, η μητέρα φροντίζει το παιδί της ‘’μέχρι να γίνει καλά’’, κάθε αλλαγή και μετάβαση ‘’αναβάλλεται’’ και, τελικά, η ισορροπία που απειλήθηκε διατηρείται σταθερή.


Η πορεία προς την αντιμετώπιση του συμπτώματος

Συνήθως η εμφάνιση μιας δυσκολίας στο παιδί, είναι αυτή που κάνει τους  γονείς  να αναζητήσουν τη βοήθεια ενός ειδικού. Έρχονται σε θεραπεία με το αίτημα, είτε  να βοηθηθεί το παιδί τους ώστε να μην εμφανίζει πια τη φοβία, είτε να βοηθηθούν οι ίδιοι ώστε να βοηθήσουν το παιδί τους. Οι τελευταίοι είναι και η ομάδα εκείνη των γονέων που έχουν αντιληφθεί ότι η δυσκολία του παιδιού τους συνδέεται και με δυσκολίες στις σχέσεις των μελών της οικογένειας μεταξύ τους.

Η αντιμετώπιση ξεκινάει από τη στιγμή που οι γονείς στρέφουν το βλέμμα τους από το παιδί, στις σχέσεις στην οικογένειά τους. Αυτή η διαδικασία συμβαίνει σταδιακά. 
Οι γονείς, μιλώντας για τις δυσκολίες του παιδιού τους, σταδιακά αρχίζουν να μιλούν για τις δικές τους δυσκολίες. Καταλαβαίνουν ότι δεν είναι δυνατό να μιλήσουν για το παιδί τους χωρίς να μιλήσουν για τους ίδιους. Ότι δεν είναι δυνατό να αναφερθούν στις δυσκολίες του παιδιού τους, χωρίς να αναφερθούν στις δυσκολίες τις δικές τους και ολόκληρης της οικογένειας. 
Σταδιακά κατανοούν ότι η ‘’δυσλειτουργία’’ και το πρόβλημα, δε βρίσκεται στο παιδί αλλά κάπου στο ''μεταξύ'' τους. 



Η εικόνα των παιδιών με φοβία για το σχολείο μπορεί να έχει κάποια βασικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, το γιατί το κάθε παιδί μπορεί να εμφανίσει τη φοβία αυτή, διαφέρει από παιδί σε παιδί, και από οικογένεια σε οικογένειαΚάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, όπως μοναδικό και ξεχωριστό είναι το κάθε παιδί και η κάθε οικογένεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου