Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Η ταμπέλα των ‘’Κρίσεων Πανικού’’: Εγώ και οι άλλοι




 Ένας άλλος τίτλος για το κείμενο που ακολουθεί, θα μπορούσε να είναι και ο εξής: ‘’Διαταραχή Πανικού: Η διαταραχή του 21ου αιώνα’’. Πράγματι, είναι τεράστια η εξοικείωσή μας με την έννοια των ‘’κρίσεων πανικού’’, αλλά και με τα συμπτώματά τους. Τι είναι όμως οι κρίσεις πανικού;

Βασικό χαρακτηριστικό τους αποτελούν οι επαναλαμβανόμενες απροσδόκητες Προσβολές Πανικού, που συνοδεύονται για τουλάχιστον ένα μήνα ή περισσότερο από επίμονη ανησυχία (άγχος) του ατόμου μήπως του ξανασυμβεί κάποια Προσβολή Πανικού, από ανησυχία και στενοχώρια για τις επιπτώσεις ή τις συνέπειες των προσβολών (π.χ. μήπως πεθάνει από καρδιά, μήπως τρελαθεί κτλ.) ή από σημαντική αλλαγή της συμπεριφοράς που σχετίζεται με τις προσβολές (π.χ. παραίτηση από τη δουλειά του) (Μάνος, 1997).

Πρόκειται για μία προσβολή έντονου φόβου (πανικού), δυσφορίας και εσωτερικής έντασης, όπου εμφανίζονται διάφορα σωματικά συμπτώματα και επικρατεί μια αίσθηση επικείμενης καταστροφής. Η Κρίση Πανικού ‘’μιμείται’’ πολλές οργανικές διαταραχές, οπότε το άτομο επισκέπτεται πολλούς γιατρούς και κάνει πολυάριθμες εξετάσεις, έως ότου η ιδέα ότι πρόκειται για Διαταραχή Πανικού έρθει στο μυαλό του γιατρού ή του ‘’ασθενή’’ (Μάνος, 1997).

Το άτομο που υφίσταται μία ή περισσότερες κρίσεις πανικού αναπτύσσει το φόβο ότι αυτό θα ξανασυμβεί. Ως αποτέλεσμα αρχίζει να αποφεύγει καταστάσεις όπου η πιθανότητα να συμβεί κάποια προσβολή πανικού του δημιουργεί έντονο φόβο, ιδιαίτερα αν πρόκειται για καταστάσεις που συνοδεύτηκαν από κάποια προσβολή πανικού στο παρελθόν. Ο έντονος αυτός φόβος, έχει περιγραφεί με τον όρο ‘’αγοραφοβία’’, επειδή συνοδεύει κυρίως καταστάσεις, όπως είναι οι επισκέψεις στα μαγαζιά ή την αγορά γενικότερα. Ωστόσο αυτό που κυρίως φοβάται το άτομο είναι η κατάσταση κατά την οποία θα βρίσκεται μακριά από την πηγή ασφάλειάς του. Ως αποτέλεσμα, αποφεύγει να πηγαίνει μόνο του σε δημόσιους χώρους ή να ταξιδεύει, και σταδιακά, ζητά όλο και περισσότερο τη συνοδεία κάποιου ‘’συντρόφου’’ (Μάνος, 1997).


Σε ένα πρώτο επίπεδο, μπορούμε να πούμε πως οι άνθρωποι που βιώνουν τα συμπτώματα που περιγράφονται παραπάνω, λαμβάνουν τη διάγνωση της ‘’διαταραχής πανικού’’ και χρήζουν φαρμακευτικής αγωγής. Με την έννοια αυτή, εστιάζουμε στο οργανικό υπόβαθρο του προβλήματος. Η φαρμακευτική αντιμετώπιση των κρίσεων πανικού μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα ως προς την υποχώρηση των συμπτωμάτων. Τι γίνεται όμως όταν το άτομο σταματά να λαμβάνει την αγωγή αυτή;

Η έντονη απελπισία και το απόλυτο αδιέξοδο που συνδέονται με τις κρίσεις, οι οποίες περιγράφεται ότι ‘’δε σταματούν ποτέ’’ και ‘’συνέχεια επιστρέφουν’’,  οδηγεί τα άτομα στη σκέψη ότι η λήψη φαρμάκου αποτελεί τη μοναδική λύση για την αντιμετώπισή τους. Μπορεί όμως η φαρμακευτική αγωγή να οδηγήσει στην αντιμετώπιση της ‘’ρίζας’’ του προβλήματος; Με τη φαρμακευτική αγωγή το πρόβλημα αντιμετωπίζεται ή απλά ‘’σκεπάζεται’’;

Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα, αν δεν προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το λόγο για τον οποίο εμφανίζεται ή/ και διατηρείται στη ζωή μας; Γιατί μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Τι κάνουμε για να το αντιμετωπίσουμε; Τι κάνουν οι άλλοι κάθε φορά που το πρόβλημα αυτό εμφανίζεται;

Αν απομακρυνθούμε από την οπτική που δίνει έμφαση στα συμπτώματα και στην παθολογία του ατόμου, θα σταματήσουμε να βλέπουμε το πρόβλημα μόνο από τη μία του πλευρά, δηλαδή θα σταματήσουμε να απομονώνουμε το πρόβλημα από το περιβάλλον μέσα στο οποίο εμφανίζεται. Η αλλαγή αυτή στην εστίαση, και η μετατόπισή μας από τα συμπτώματα στο περιβάλλον όπου αναδύονται τα συμπτώματα, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βήμα για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και των προβλημάτων που δημιουργούν στο άτομο.

Μπορεί να περιγράφεται μία συγκεκριμένη συμπτωματολογία για την διαταραχή των κρίσεων πανικού, ωστόσο ο λόγος για τον οποίο εμφανίζεται, διαφέρει από άτομο σε άτομο. Επιπλέον, διαφέρει ο τρόπος με τον οποίο το κάθε άτομο (ή το οικείο περιβάλλον του) ξεχωριστά, ερμηνεύει τη δυσκολία που βιώνει. Τέλος, ο λόγος για τον οποίο εμφανίζονται οι κρίσεις πανικού, μπορεί να είναι διαφορετικός από το λόγο για τον οποίο διατηρούνται.

Δεδομένου ότι ο κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δική του μοναδική, προσωπική ιστορία, ζει μέσα σε ένα μοναδικό περιβάλλον και έχει το δικό του μοναδικό τρόπο να βλέπει τα πράγματα, το νόημα της εμφάνισης των συμπτωμάτων θα ήταν διαφορετικό στην κάθε περίπτωση. Επομένως, διαφορετικός θα ήταν και ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπίζονταν τα συμπτώματα.

Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται σκόπιμο να αναζητάται η συνθήκη η οποία συμβάλει στη δημιουργία ή τη διατήρηση του προβλήματος. Όπως επίσης και η συνθήκη μέσα στην οποία τα συμπτώματα απουσιάζουν.

Η θεραπευτική σχέση μπορεί να είναι το μέσο για την αναζήτηση αυτή. Το θεραπευτικό πλαίσιο αποτελεί ένα ασφαλές πλαίσιο, μέσα στο οποίο το άτομο μπορεί να σταδιακά να δει τη λειτουργία και το ρόλο των κρίσεων στη ζωή του. Μιλώντας, όχι μόνο για συμπτώματα, αλλά και για σχέσεις και γεγονότα της ζωής του, το άτομο σταματά να βλέπει τις κρίσεις σαν ένα φαινόμενο ανεξήγητο, απροσδόκητο και ανεξέλεγκτο.

Η διαφορετική ματιά στο πρόβλημα συνδέεται με μία διαφορετική ματιά ολόκληρης της ζωής. Γιατί κάπου μέσα στις σχέσεις ‘’τοποθετείται’’ το πρόβλημα και δεν μπορεί να απομονωθεί από αυτές. Γιατί δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για ένα πρόβλημα, αν δεν αναφερθεί στις σχέσεις και στα γεγονότα της ζωής του. 










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου